セーブ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξοικονόμηση (π.χ. ενέργειας), περιορισμός (π.χ. αλκοόλ), μετριασμός, συγκράτηση (π.χ. παρορμήσεων), έλεγχος
  2. 02 αποθηκεύω
  3. 03 αποθήκευση

Κλίση

Παρόν (απλό)
セーブする
Παρόν (ευγενικό)
セーブします
Άρνηση (απλή)
セーブしない
Άρνηση (ευγενική)
セーブしません
Παρελθόν (απλό)
セーブした
Παρελθόν (ευγενικό)
セーブしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
セーブしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
セーブしませんでした
Τε-μορφή
セーブして
Δυνητική
セーブできる
Προστακτική
セーブしろ
Βουλητική
セーブしよう
Υποθετική (ば)
セーブすれば