セールス

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πωλήσεις, πώληση
  2. 02 συντομογραφία πωλητής

Κλίση

Παρόν (απλό)
セールスする
Παρόν (ευγενικό)
セールスします
Άρνηση (απλή)
セールスしない
Άρνηση (ευγενική)
セールスしません
Παρελθόν (απλό)
セールスした
Παρελθόν (ευγενικό)
セールスしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
セールスしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
セールスしませんでした
Τε-μορφή
セールスして
Δυνητική
セールスできる
Προστακτική
セールスしろ
Βουλητική
セールスしよう
Υποθετική (ば)
セールスすれば