ゼーゼー
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία λαχανιάζω, παίρνω βαθιές ανάσες, συρίζω κατά την αναπνοή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ゼーゼーする
- Παρόν (ευγενικό)
- ゼーゼーします
- Άρνηση (απλή)
- ゼーゼーしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ゼーゼーしません
- Παρελθόν (απλό)
- ゼーゼーした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ゼーゼーしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ゼーゼーしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ゼーゼーしませんでした
- Τε-μορφή
- ゼーゼーして
- Δυνητική
- ゼーゼーできる
- Προστακτική
- ゼーゼーしろ
- Βουλητική
- ゼーゼーしよう
- Υποθετική (ば)
- ゼーゼーすれば
- Υποθετική (たら)
- ゼーゼーしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ゼーゼーしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ゼーゼーするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ゼーゼーしなさい
- Παθητική
- ゼーゼーされる
- Αιτιατική
- ゼーゼーさせる