ゼーゼー

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία λαχανιάζω, παίρνω βαθιές ανάσες, συρίζω κατά την αναπνοή

Κλίση

Παρόν (απλό)
ゼーゼーする
Παρόν (ευγενικό)
ゼーゼーします
Άρνηση (απλή)
ゼーゼーしない
Άρνηση (ευγενική)
ゼーゼーしません
Παρελθόν (απλό)
ゼーゼーした
Παρελθόν (ευγενικό)
ゼーゼーしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ゼーゼーしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ゼーゼーしませんでした
Τε-μορφή
ゼーゼーして
Δυνητική
ゼーゼーできる
Προστακτική
ゼーゼーしろ
Βουλητική
ゼーゼーしよう
Υποθετική (ば)
ゼーゼーすれば