ゾーニング
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πολεοδομικός διαχωρισμός (π.χ. στον πολεοδομικό σχεδιασμό)
- 02 ηλικιακός περιορισμός (σε προϊόντα, υπηρεσίες κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ゾーニングする
- Παρόν (ευγενικό)
- ゾーニングします
- Άρνηση (απλή)
- ゾーニングしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ゾーニングしません
- Παρελθόν (απλό)
- ゾーニングした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ゾーニングしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ゾーニングしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ゾーニングしませんでした
- Τε-μορφή
- ゾーニングして
- Δυνητική
- ゾーニングできる
- Προστακτική
- ゾーニングしろ
- Βουλητική
- ゾーニングしよう
- Υποθετική (ば)
- ゾーニングすれば
- Υποθετική (たら)
- ゾーニングしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ゾーニングしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ゾーニングするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ゾーニングしなさい
- Παθητική
- ゾーニングされる
- Αιτιατική
- ゾーニングさせる