ダイジェスト
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 περίληψη, σύνοψη, συντετμημένη απόδοση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ダイジェストする
- Παρόν (ευγενικό)
- ダイジェストします
- Άρνηση (απλή)
- ダイジェストしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ダイジェストしません
- Παρελθόν (απλό)
- ダイジェストした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ダイジェストしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ダイジェストしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ダイジェストしませんでした
- Τε-μορφή
- ダイジェストして
- Δυνητική
- ダイジェストできる
- Προστακτική
- ダイジェストしろ
- Βουλητική
- ダイジェストしよう
- Υποθετική (ば)
- ダイジェストすれば
- Υποθετική (たら)
- ダイジェストしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ダイジェストしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ダイジェストするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ダイジェストしなさい
- Παθητική
- ダイジェストされる
- Αιτιατική
- ダイジェストさせる