ダイブ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βουτάω (π.χ. στο νερό), κατάδυση
  2. 02 βουτιά (αεροσκάφους)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ダイブする
Παρόν (ευγενικό)
ダイブします
Άρνηση (απλή)
ダイブしない
Άρνηση (ευγενική)
ダイブしません
Παρελθόν (απλό)
ダイブした
Παρελθόν (ευγενικό)
ダイブしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ダイブしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ダイブしませんでした
Τε-μορφή
ダイブして
Δυνητική
ダイブできる
Προστακτική
ダイブしろ
Βουλητική
ダイブしよう
Υποθετική (ば)
ダイブすれば