ダイヤル

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καντράν, περιστροφικός διακόπτης (π.χ. τηλεφώνου, ραδιοφώνου, ρολογιού, μετρητή)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ダイヤルする
Παρόν (ευγενικό)
ダイヤルします
Άρνηση (απλή)
ダイヤルしない
Άρνηση (ευγενική)
ダイヤルしません
Παρελθόν (απλό)
ダイヤルした
Παρελθόν (ευγενικό)
ダイヤルしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ダイヤルしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ダイヤルしませんでした
Τε-μορφή
ダイヤルして
Δυνητική
ダイヤルできる
Προστακτική
ダイヤルしろ
Βουλητική
ダイヤルしよう
Υποθετική (ば)
ダイヤルすれば