ダウン
ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 πτώση, μείωση, υποχώρηση, κατέβασμα
- 02 ρίξιμο κάτω, νοκ άουτ, κατακρήμνιση, πτώση στο έδαφος
- 03 απώλεια λειτουργικότητας (λόγω ασθένειας, εξάντλησης κ.λπ.), κλινήρης (π.χ. με κρυολόγημα), λιπόθυμος (από το αλκοόλ), εκτός τόπου και χρόνου, κατάρρευση
- 04 πτώση (ενός συστήματος υπολογιστών, διακομιστή κ.λπ.), κατάρρευση
- 05 αριθμός άουτ
- 06 μειονέκτημα (σε πόντους, παιχνίδια κ.λπ.), υπολειπόμενος, έπεσθαι
- 07 ντάουν (στο αμερικανικό ποδόσφαιρο)
- 08 πούπουλο
- 09 συντομογραφία πουπουλένιο μπουφάν
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ダウンする
- Παρόν (ευγενικό)
- ダウンします
- Άρνηση (απλή)
- ダウンしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ダウンしません
- Παρελθόν (απλό)
- ダウンした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ダウンしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ダウンしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ダウンしませんでした
- Τε-μορφή
- ダウンして
- Δυνητική
- ダウンできる
- Προστακτική
- ダウンしろ
- Βουλητική
- ダウンしよう
- Υποθετική (ば)
- ダウンすれば
- Υποθετική (たら)
- ダウンしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ダウンしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ダウンするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ダウンしなさい
- Παθητική
- ダウンされる
- Αιτιατική
- ダウンさせる