ダビング

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταγλώττιση, μίξη, επαναηχογράφηση
  2. 02 παρωχημένο αντιγραφή (ηχογραφημένου υλικού, κυρίως από μία κασέτα ήχου σε άλλη), μεταγλώττιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
ダビングする
Παρόν (ευγενικό)
ダビングします
Άρνηση (απλή)
ダビングしない
Άρνηση (ευγενική)
ダビングしません
Παρελθόν (απλό)
ダビングした
Παρελθόν (ευγενικό)
ダビングしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ダビングしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ダビングしませんでした
Τε-μορφή
ダビングして
Δυνητική
ダビングできる
Προστακτική
ダビングしろ
Βουλητική
ダビングしよう
Υποθετική (ば)
ダビングすれば