ダンプ

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απορρίπτω, αδειάζω, ξεφορτώνω
  2. 02 συντομογραφία ανατρεπόμενο φορτηγό

Κλίση

Παρόν (απλό)
ダンプする
Παρόν (ευγενικό)
ダンプします
Άρνηση (απλή)
ダンプしない
Άρνηση (ευγενική)
ダンプしません
Παρελθόν (απλό)
ダンプした
Παρελθόν (ευγενικό)
ダンプしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ダンプしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ダンプしませんでした
Τε-μορφή
ダンプして
Δυνητική
ダンプできる
Προστακτική
ダンプしろ
Βουλητική
ダンプしよう
Υποθετική (ば)
ダンプすれば