チェーン展てん開かい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επέκταση σε αλυσίδα (π.χ. καταστήματα, ξενοδοχεία), ανάπτυξη αλυσίδας καταστημάτων

Κλίση

Παρόν (απλό)
チェーン展開する
Παρόν (ευγενικό)
チェーン展開します
Άρνηση (απλή)
チェーン展開しない
Άρνηση (ευγενική)
チェーン展開しません
Παρελθόν (απλό)
チェーン展開した
Παρελθόν (ευγενικό)
チェーン展開しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
チェーン展開しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
チェーン展開しませんでした
Τε-μορφή
チェーン展開して
Δυνητική
チェーン展開できる
Προστακτική
チェーン展開しろ
Βουλητική
チェーン展開しよう
Υποθετική (ば)
チェーン展開すれば