チカチカ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία αναβοσβήνω, τρεμοπαίζω, σπιθίζω
- 02 ονοματοποιία έντονα (φωτεινός), εκθαμβωτικά, ενοχλητικά (φωτεινός)
- 03 ονοματοποιία τσιμπώ, μυρμηγκιάζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- チカチカする
- Παρόν (ευγενικό)
- チカチカします
- Άρνηση (απλή)
- チカチカしない
- Άρνηση (ευγενική)
- チカチカしません
- Παρελθόν (απλό)
- チカチカした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- チカチカしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- チカチカしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- チカチカしませんでした
- Τε-μορφή
- チカチカして
- Δυνητική
- チカチカできる
- Προστακτική
- チカチカしろ
- Βουλητική
- チカチカしよう
- Υποθετική (ば)
- チカチカすれば
- Υποθετική (たら)
- チカチカしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- チカチカしたい
- Απαγορευτική (~な)
- チカチカするな
- Προστακτική (ευγενική)
- チカチカしなさい
- Παθητική
- チカチカされる
- Αιτιατική
- チカチカさせる