チキる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αργκό δειλιάζω, φοβάμαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- チキる
- Παρόν (ευγενικό)
- チキります
- Άρνηση (απλή)
- チキらない
- Άρνηση (ευγενική)
- チキりません
- Παρελθόν (απλό)
- チキった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- チキりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- チキらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- チキりませんでした
- Τε-μορφή
- チキって
- Δυνητική
- チキれる
- Προστακτική
- チキれ
- Βουλητική
- チキろう
- Υποθετική (ば)
- チキれば
- Υποθετική (たら)
- チキったら
- Επιθυμητική (~たい)
- チキりたい
- Απαγορευτική (~な)
- チキるな
- Προστακτική (ευγενική)
- チキりなさい
- Παθητική
- チキられる
- Αιτιατική
- チキらせる