チャラチャラ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία κουδούνισμα, μεταλλικός ήχος, κρότος
- 02 ονοματοποιία φλυαρία, κουβεντολόι, ακατάσχετη ομολογία, αστειάκια, χαβαλές
- 03 ονοματοποιία κοκεταρία, φανταχτερός, φλερταδόρικος, επιδεικτικός, επιπόλαιος, νευρικός, ρηχός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- チャラチャラする
- Παρόν (ευγενικό)
- チャラチャラします
- Άρνηση (απλή)
- チャラチャラしない
- Άρνηση (ευγενική)
- チャラチャラしません
- Παρελθόν (απλό)
- チャラチャラした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- チャラチャラしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- チャラチャラしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- チャラチャラしませんでした
- Τε-μορφή
- チャラチャラして
- Δυνητική
- チャラチャラできる
- Προστακτική
- チャラチャラしろ
- Βουλητική
- チャラチャラしよう
- Υποθετική (ば)
- チャラチャラすれば
- Υποθετική (たら)
- チャラチャラしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- チャラチャラしたい
- Απαγορευτική (~な)
- チャラチャラするな
- Προστακτική (ευγενική)
- チャラチャラしなさい
- Παθητική
- チャラチャラされる
- Αιτιατική
- チャラチャラさせる