チューチュー
επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία τσιρίζω, κελαηδώ, πιπίζω
- 02 ονοματοποιία ροφώ με θόρυβο, ρουφώ θορυβωδώς
- 03 ονοματοποιία παιδικό ποντικός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- チューチューする
- Παρόν (ευγενικό)
- チューチューします
- Άρνηση (απλή)
- チューチューしない
- Άρνηση (ευγενική)
- チューチューしません
- Παρελθόν (απλό)
- チューチューした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- チューチューしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- チューチューしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- チューチューしませんでした
- Τε-μορφή
- チューチューして
- Δυνητική
- チューチューできる
- Προστακτική
- チューチューしろ
- Βουλητική
- チューチューしよう
- Υποθετική (ば)
- チューチューすれば
- Υποθετική (たら)
- チューチューしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- チューチューしたい
- Απαγορευτική (~な)
- チューチューするな
- Προστακτική (ευγενική)
- チューチューしなさい
- Παθητική
- チューチューされる
- Αιτιατική
- チューチューさせる