チロチロ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία αναβοσβήνω (για φως), τρεμοπαίζω
  2. 02 ονοματοποιία τρέχω σιγά-σιγά (για νερό), στάζω
  3. 03 ονοματοποιία ρίχνω μια κλεφτή ματιά

Κλίση

Παρόν (απλό)
チロチロする
Παρόν (ευγενικό)
チロチロします
Άρνηση (απλή)
チロチロしない
Άρνηση (ευγενική)
チロチロしません
Παρελθόν (απλό)
チロチロした
Παρελθόν (ευγενικό)
チロチロしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
チロチロしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
チロチロしませんでした
Τε-μορφή
チロチロして
Δυνητική
チロチロできる
Προστακτική
チロチロしろ
Βουλητική
チロチロしよう
Υποθετική (ば)
チロチロすれば