ツンツン
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία απόμακρος, κατσούφης, σνομπ, εσωστρεφής, ψυχρός, αφιλικός
- 02 ονοματοποιία έντονα (για οσμή), τσουχτερά
- 03 ονοματοποιία καρφωτός, μυτερός (ειδικά για χτένισμα), ορθωμένος (π.χ. για μίσχους φυτών)
- 04 ονοματοποιία σκούντημα, τσίμπημα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ツンツンする
- Παρόν (ευγενικό)
- ツンツンします
- Άρνηση (απλή)
- ツンツンしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ツンツンしません
- Παρελθόν (απλό)
- ツンツンした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ツンツンしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ツンツンしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ツンツンしませんでした
- Τε-μορφή
- ツンツンして
- Δυνητική
- ツンツンできる
- Προστακτική
- ツンツンしろ
- Βουλητική
- ツンツンしよう
- Υποθετική (ば)
- ツンツンすれば
- Υποθετική (たら)
- ツンツンしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ツンツンしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ツンツンするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ツンツンしなさい
- Παθητική
- ツンツンされる
- Αιτιατική
- ツンツンさせる