テカテカ
επίρρημα, ρήμα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία που γυαλίζει, λαμπερός, αστραφτερός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- テカテカする
- Παρόν (ευγενικό)
- テカテカします
- Άρνηση (απλή)
- テカテカしない
- Άρνηση (ευγενική)
- テカテカしません
- Παρελθόν (απλό)
- テカテカした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- テカテカしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- テカテカしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- テカテカしませんでした
- Τε-μορφή
- テカテカして
- Δυνητική
- テカテカできる
- Προστακτική
- テカテカしろ
- Βουλητική
- テカテカしよう
- Υποθετική (ば)
- テカテカすれば
- Υποθετική (たら)
- テカテカしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- テカテカしたい
- Απαγορευτική (~な)
- テカテカするな
- Προστακτική (ευγενική)
- テカテカしなさい
- Παθητική
- テカテカされる
- Αιτιατική
- テカテカさせる