テコ入いれ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενίσχυση (εταιρείας, βιομηχανίας κ.λπ.), υποστήριξη, στήριξη, προώθηση
  2. 02 χειραγώγηση (της αγοράς, ειδικά για την αποφυγή απότομης πτώσης), τεχνητή ανύψωση τιμών

Κλίση

Παρόν (απλό)
テコ入れする
Παρόν (ευγενικό)
テコ入れします
Άρνηση (απλή)
テコ入れしない
Άρνηση (ευγενική)
テコ入れしません
Παρελθόν (απλό)
テコ入れした
Παρελθόν (ευγενικό)
テコ入れしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
テコ入れしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
テコ入れしませんでした
Τε-μορφή
テコ入れして
Δυνητική
テコ入れできる
Προστακτική
テコ入れしろ
Βουλητική
テコ入れしよう
Υποθετική (ば)
テコ入れすれば