テンパる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χρειάζομαι ένα ακόμα πλακίδιο για ολοκλήρωση (στο ματζόνγκ)
  2. 02 καθομιλουμένη έχω φτάσει στα όριά μου, έχω πελαγώσει

Κλίση

Παρόν (απλό)
テンパる
Παρόν (ευγενικό)
テンパります
Άρνηση (απλή)
テンパらない
Άρνηση (ευγενική)
テンパりません
Παρελθόν (απλό)
テンパった
Παρελθόν (ευγενικό)
テンパりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
テンパらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
テンパりませんでした
Τε-μορφή
テンパって
Δυνητική
テンパれる
Προστακτική
テンパれ
Βουλητική
テンパろう
Υποθετική (ば)
テンパれば