デコる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη γράφεται και ως 凸る διακοσμώ, στολίζω, προσθέτω διακοσμητικά αυτοκόλλητα, καλύμματα, στολίδια κ.λπ. σε κινητό τηλέφωνο, τετράδιο, παντόφλες κ.λπ.

Κλίση

Παρόν (απλό)
デコる
Παρόν (ευγενικό)
デコります
Άρνηση (απλή)
デコらない
Άρνηση (ευγενική)
デコりません
Παρελθόν (απλό)
デコった
Παρελθόν (ευγενικό)
デコりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
デコらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
デコりませんでした
Τε-μορφή
デコって
Δυνητική
デコれる
Προστακτική
デコれ
Βουλητική
デコろう
Υποθετική (ば)
デコれば