デフォルメ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραμόρφωση (συχνά χρησιμοποιείται για καρικατούρα στη μάνγκα κ.λπ.), αλλοίωση μορφής

Κλίση

Παρόν (απλό)
デフォルメする
Παρόν (ευγενικό)
デフォルメします
Άρνηση (απλή)
デフォルメしない
Άρνηση (ευγενική)
デフォルメしません
Παρελθόν (απλό)
デフォルメした
Παρελθόν (ευγενικό)
デフォルメしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
デフォルメしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
デフォルメしませんでした
Τε-μορφή
デフォルメして
Δυνητική
デフォルメできる
Προστακτική
デフォルメしろ
Βουλητική
デフォルメしよう
Υποθετική (ば)
デフォルメすれば