デモる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαδηλώνω (π.χ. στους δρόμους)

Κλίση

Παρόν (απλό)
デモる
Παρόν (ευγενικό)
デモります
Άρνηση (απλή)
デモらない
Άρνηση (ευγενική)
デモりません
Παρελθόν (απλό)
デモった
Παρελθόν (ευγενικό)
デモりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
デモらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
デモりませんでした
Τε-μορφή
デモって
Δυνητική
デモれる
Προστακτική
デモれ
Βουλητική
デモろう
Υποθετική (ば)
デモれば