デレデレ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία τεμπελιάζω, οκνεύω, ατημέλητος
  2. 02 ονοματοποιία φλερτάρω, ξελογιάζω, είμαι ερωτοχτυπημένος, κολακεύω, είμαι χαμένος στα σύννεφα από έρωτα

Κλίση

Παρόν (απλό)
デレデレする
Παρόν (ευγενικό)
デレデレします
Άρνηση (απλή)
デレデレしない
Άρνηση (ευγενική)
デレデレしません
Παρελθόν (απλό)
デレデレした
Παρελθόν (ευγενικό)
デレデレしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
デレデレしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
デレデレしませんでした
Τε-μορφή
デレデレして
Δυνητική
デレデレできる
Προστακτική
デレデレしろ
Βουλητική
デレデレしよう
Υποθετική (ば)
デレデレすれば