データベース化か

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετατροπή πληροφοριών σε βάση δεδομένων, δημιουργία βάσης δεδομένων, εισαγωγή σε βάση δεδομένων

Κλίση

Παρόν (απλό)
データベース化する
Παρόν (ευγενικό)
データベース化します
Άρνηση (απλή)
データベース化しない
Άρνηση (ευγενική)
データベース化しません
Παρελθόν (απλό)
データベース化した
Παρελθόν (ευγενικό)
データベース化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
データベース化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
データベース化しませんでした
Τε-μορφή
データベース化して
Δυνητική
データベース化できる
Προστακτική
データベース化しろ
Βουλητική
データベース化しよう
Υποθετική (ば)
データベース化すれば