トップに

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ηγούμαι, πρωτοστατώ, κατέχω ηγετική θέση

Κλίση

Παρόν (απλό)
トップに立つ
Παρόν (ευγενικό)
トップに立ちます
Άρνηση (απλή)
トップに立たない
Άρνηση (ευγενική)
トップに立ちません
Παρελθόν (απλό)
トップに立った
Παρελθόν (ευγενικό)
トップに立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
トップに立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
トップに立ちませんでした
Τε-μορφή
トップに立って
Δυνητική
トップに立てる
Προστακτική
トップに立て
Βουλητική
トップに立とう
Υποθετική (ば)
トップに立てば