トラウマる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αργκό τραυματίζομαι, σοκάρομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
トラウマる
Παρόν (ευγενικό)
トラウマります
Άρνηση (απλή)
トラウマらない
Άρνηση (ευγενική)
トラウマりません
Παρελθόν (απλό)
トラウマった
Παρελθόν (ευγενικό)
トラウマりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
トラウマらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
トラウマりませんでした
Τε-μορφή
トラウマって
Δυνητική
トラウマれる
Προστακτική
トラウマれ
Βουλητική
トラウマろう
Υποθετική (ば)
トラウマれば