トラブる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη μπλέκω σε μπελάδες, έχω προβλήματα, προκαλώ αναστάτωση
  2. 02 καθομιλουμένη χαλάω, παθαίνω βλάβη

Κλίση

Παρόν (απλό)
トラブる
Παρόν (ευγενικό)
トラブります
Άρνηση (απλή)
トラブらない
Άρνηση (ευγενική)
トラブりません
Παρελθόν (απλό)
トラブった
Παρελθόν (ευγενικό)
トラブりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
トラブらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
トラブりませんでした
Τε-μορφή
トラブって
Δυνητική
トラブれる
Προστακτική
トラブれ
Βουλητική
トラブろう
Υποθετική (ば)
トラブれば