ドキドキ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ντουκ-ντουκ, χτύπος, παλμός
  2. 02 ονοματοποιία χτυπώ δυνατά (για την καρδιά), σφυροκοπώ, πάλλωμαι

Παραδείγματα

  • 心臓しんぞうドキドキします

    Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά.

  • はじめてのデートなので、むねドキドキしました

    Επειδή ήταν το πρώτο μου ραντεβού, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά από αγωνία.

  • 発表会はっぴょうかい舞台袖ぶたいそでで、つぎ出番でばんあいだ期待きたい緊張きんちょうむねドキドキした

    Περιμένοντας τη σειρά μου στα παρασκήνια της παράστασης, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά από προσμονή και άγχος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
ドキドキする
Παρόν (ευγενικό)
ドキドキします
Άρνηση (απλή)
ドキドキしない
Άρνηση (ευγενική)
ドキドキしません
Παρελθόν (απλό)
ドキドキした
Παρελθόν (ευγενικό)
ドキドキしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ドキドキしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ドキドキしませんでした
Τε-μορφή
ドキドキして
Δυνητική
ドキドキできる
Προστακτική
ドキドキしろ
Βουλητική
ドキドキしよう
Υποθετική (ば)
ドキドキすれば