ドタバタ

επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία με θόρυβο (τρέχοντας γύρω-γύρω), με βαριά βήματα
  2. 02 ονοματοποιία σε αναστάτωση, σε πανικό
  3. 03 συντομογραφία σλαπστικ

Κλίση

Παρόν (απλό)
ドタバタする
Παρόν (ευγενικό)
ドタバタします
Άρνηση (απλή)
ドタバタしない
Άρνηση (ευγενική)
ドタバタしません
Παρελθόν (απλό)
ドタバタした
Παρελθόν (ευγενικό)
ドタバタしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ドタバタしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ドタバタしませんでした
Τε-μορφή
ドタバタして
Δυνητική
ドタバタできる
Προστακτική
ドタバタしろ
Βουλητική
ドタバタしよう
Υποθετική (ば)
ドタバタすれば