ドッキリ

επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία αιφνιδιασμός, ξάφνιασμα
  2. 02 φάρσα, πλάκα

Κλίση

Παρόν (απλό)
ドッキリする
Παρόν (ευγενικό)
ドッキリします
Άρνηση (απλή)
ドッキリしない
Άρνηση (ευγενική)
ドッキリしません
Παρελθόν (απλό)
ドッキリした
Παρελθόν (ευγενικό)
ドッキリしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ドッキリしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ドッキリしませんでした
Τε-μορφή
ドッキリして
Δυνητική
ドッキリできる
Προστακτική
ドッキリしろ
Βουλητική
ドッキリしよう
Υποθετική (ば)
ドッキリすれば