ドハマリ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αργκό απόλυτη εμμονή, προσωπική προσκόλληση, εθισμός (σε κάτι που ταιριάζει στα γούστα κάποιου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ドハマリする
Παρόν (ευγενικό)
ドハマリします
Άρνηση (απλή)
ドハマリしない
Άρνηση (ευγενική)
ドハマリしません
Παρελθόν (απλό)
ドハマリした
Παρελθόν (ευγενικό)
ドハマリしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ドハマリしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ドハマリしませんでした
Τε-μορφή
ドハマリして
Δυνητική
ドハマリできる
Προστακτική
ドハマリしろ
Βουλητική
ドハマリしよう
Υποθετική (ば)
ドハマリすれば