ドライブ
ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαδρομή, οδήγηση, βόλτα με αυτοκίνητο
- 02 οδηγώ, πηγαίνω βόλτα με αυτοκίνητο
- 03 οδηγώ (π.χ. αυτοκίνητο)
- 04 ωθώ, προωθώ (π.χ. καινοτομία, αλλαγή)
- 05 ορμή, κινητήρια δύναμη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ドライブする
- Παρόν (ευγενικό)
- ドライブします
- Άρνηση (απλή)
- ドライブしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ドライブしません
- Παρελθόν (απλό)
- ドライブした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ドライブしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ドライブしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ドライブしませんでした
- Τε-μορφή
- ドライブして
- Δυνητική
- ドライブできる
- Προστακτική
- ドライブしろ
- Βουλητική
- ドライブしよう
- Υποθετική (ば)
- ドライブすれば
- Υποθετική (たら)
- ドライブしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ドライブしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ドライブするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ドライブしなさい
- Παθητική
- ドライブされる
- Αιτιατική
- ドライブさせる