ドロドロ

επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία βροντώδης (για κεραυνούς, τύμπανα, κ.λπ.), κροταλιστός

Παραδείγματα

  • 太鼓たいこドロドロった。

    Το τύμπανο έκανε ντρον ντρον.

  • とおくでかみなりドロドロはじめた。

    Η καταιγίδα άρχισε να βροντάει μακριά.

  • まつりの夜空よぞら花火はなびがり、そのおとドロドロひびわたった。

    Τα πυροτεχνήματα εκτοξεύτηκαν στον νυχτερινό ουρανό του φεστιβάλ και ο ήχος τους αντηχούσε σαν βροντή.