ドロン

ουσιαστικό, ρήμα, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη φυγή, απόδραση, εξαφάνιση, γρήγορη αποχώρηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
ドロンする
Παρόν (ευγενικό)
ドロンします
Άρνηση (απλή)
ドロンしない
Άρνηση (ευγενική)
ドロンしません
Παρελθόν (απλό)
ドロンした
Παρελθόν (ευγενικό)
ドロンしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ドロンしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ドロンしませんでした
Τε-μορφή
ドロンして
Δυνητική
ドロンできる
Προστακτική
ドロンしろ
Βουλητική
ドロンしよう
Υποθετική (ば)
ドロンすれば