ニコニコ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες καταχωρήσεις: ニコニコ

  1. 01 ονοματοποιία με φιλικό χαμόγελο, χαμογελαστά

Παραδείγματα

  • 彼女かのじょニコニコしています。

    Αυτή χαμογελάει.

  • 母親ははおや子供こどもあそんでいるのをニコニコしながらていました。

    Η μητέρα παρακολουθούσε χαμογελώντας τα παιδιά της να παίζουν.

  • かれはいつもニコニコしていて、まわりのひとたちをあかるい気持きもちにさせてくれます。

    Είναι πάντα χαμογελαστός και κάνει τους ανθρώπους γύρω του να νιώθουν ευχάριστα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
ニコニコする
Παρόν (ευγενικό)
ニコニコします
Άρνηση (απλή)
ニコニコしない
Άρνηση (ευγενική)
ニコニコしません
Παρελθόν (απλό)
ニコニコした
Παρελθόν (ευγενικό)
ニコニコしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ニコニコしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ニコニコしませんでした
Τε-μορφή
ニコニコして
Δυνητική
ニコニコできる
Προστακτική
ニコニコしろ
Βουλητική
ニコニコしよう
Υποθετική (ば)
ニコニコすれば