ニッケル鍍金めっき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα επιμετάλλωση νικελίου, νικελίωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
ニッケル鍍金する
Παρόν (ευγενικό)
ニッケル鍍金します
Άρνηση (απλή)
ニッケル鍍金しない
Άρνηση (ευγενική)
ニッケル鍍金しません
Παρελθόν (απλό)
ニッケル鍍金した
Παρελθόν (ευγενικό)
ニッケル鍍金しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ニッケル鍍金しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ニッケル鍍金しませんでした
Τε-μορφή
ニッケル鍍金して
Δυνητική
ニッケル鍍金できる
Προστακτική
ニッケル鍍金しろ
Βουλητική
ニッケル鍍金しよう
Υποθετική (ば)
ニッケル鍍金すれば