ヌルヌル
επίρρημα, ρήμα, επίθετο, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία γλοιώδης, ολισθηρός, λιπαρός, υγρός και κολλώδης
- 02 ονοματοποιία ομαλά, στρωτά (όπως οι κινήσεις στα γραφικά υπολογιστή, στη ροή βίντεο κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ヌルヌルする
- Παρόν (ευγενικό)
- ヌルヌルします
- Άρνηση (απλή)
- ヌルヌルしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ヌルヌルしません
- Παρελθόν (απλό)
- ヌルヌルした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ヌルヌルしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ヌルヌルしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ヌルヌルしませんでした
- Τε-μορφή
- ヌルヌルして
- Δυνητική
- ヌルヌルできる
- Προστακτική
- ヌルヌルしろ
- Βουλητική
- ヌルヌルしよう
- Υποθετική (ば)
- ヌルヌルすれば
- Υποθετική (たら)
- ヌルヌルしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ヌルヌルしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ヌルヌルするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ヌルヌルしなさい
- Παθητική
- ヌルヌルされる
- Αιτιατική
- ヌルヌルさせる