ネスト

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φωλιά, μελίσσι, αποικία πουλιών
  2. 02 κρησφύγετο, καταφύγιο
  3. 03 φώλιασμα (λογισμικό, δομές δεδομένων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ネストする
Παρόν (ευγενικό)
ネストします
Άρνηση (απλή)
ネストしない
Άρνηση (ευγενική)
ネストしません
Παρελθόν (απλό)
ネストした
Παρελθόν (ευγενικό)
ネストしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ネストしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ネストしませんでした
Τε-μορφή
ネストして
Δυνητική
ネストできる
Προστακτική
ネストしろ
Βουλητική
ネストしよう
Υποθετική (ば)
ネストすれば