ノベライズ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νοβελοποίηση, μετατροπή (ενός σεναρίου ταινίας, manga, κ.λπ.) σε μυθιστόρημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
ノベライズする
Παρόν (ευγενικό)
ノベライズします
Άρνηση (απλή)
ノベライズしない
Άρνηση (ευγενική)
ノベライズしません
Παρελθόν (απλό)
ノベライズした
Παρελθόν (ευγενικό)
ノベライズしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ノベライズしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ノベライズしませんでした
Τε-μορφή
ノベライズして
Δυνητική
ノベライズできる
Προστακτική
ノベライズしろ
Βουλητική
ノベライズしよう
Υποθετική (ば)
ノベライズすれば