ハイテンション
επίθετο, ουσιαστικό, άλλο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ενθουσιώδης, φανατισμένος, σε υπερδιέγερση, τεταμένος, διεγερμένος, έντονος
- 02 υψηλής αντοχής (π.χ. ατσάλι)
- 03 σπάνιο υψηλής τάσης (π.χ. κύκλωμα), υψηλής έντασης (π.χ. ρεύμα)
επίθετο, ουσιαστικό, άλλο | Μετάφραση από JMdict