ハフハフ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία φυσώ διαδοχικά το φαγητό με το στόμα εισπνέοντας και εκπνέοντας αέρα ενώ τρώω κάτι καυτό (προκειμένου να κρυώσει)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ハフハフする
Παρόν (ευγενικό)
ハフハフします
Άρνηση (απλή)
ハフハフしない
Άρνηση (ευγενική)
ハフハフしません
Παρελθόν (απλό)
ハフハフした
Παρελθόν (ευγενικό)
ハフハフしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ハフハフしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ハフハフしませんでした
Τε-μορφή
ハフハフして
Δυνητική
ハフハフできる
Προστακτική
ハフハフしろ
Βουλητική
ハフハフしよう
Υποθετική (ば)
ハフハフすれば