ハメ撮どり

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χυδαίο πορνογραφία με λήψη από την οπτική γωνία του δρώντος, πορνογραφία γκονζό, πορνογραφικό υλικό βιντεοσκοπημένο από τους ίδιους τους ηθοποιούς
  2. 02 χυδαίο κρυφή βιντεοσκόπηση σεξουαλικών πράξεων

Κλίση

Παρόν (απλό)
ハメ撮りする
Παρόν (ευγενικό)
ハメ撮りします
Άρνηση (απλή)
ハメ撮りしない
Άρνηση (ευγενική)
ハメ撮りしません
Παρελθόν (απλό)
ハメ撮りした
Παρελθόν (ευγενικό)
ハメ撮りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ハメ撮りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ハメ撮りしませんでした
Τε-μορφή
ハメ撮りして
Δυνητική
ハメ撮りできる
Προστακτική
ハメ撮りしろ
Βουλητική
ハメ撮りしよう
Υποθετική (ば)
ハメ撮りすれば