ハモる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη εναρμονίζομαι, παράγω αρμονία
  2. 02 καθομιλουμένη λέω το ίδιο πράγμα ταυτόχρονα (ακούσια)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ハモる
Παρόν (ευγενικό)
ハモります
Άρνηση (απλή)
ハモらない
Άρνηση (ευγενική)
ハモりません
Παρελθόν (απλό)
ハモった
Παρελθόν (ευγενικό)
ハモりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ハモらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ハモりませんでした
Τε-μορφή
ハモって
Δυνητική
ハモれる
Προστακτική
ハモれ
Βουλητική
ハモろう
Υποθετική (ば)
ハモれば