ハラハラ
ρήμα, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες καταχωρήσεις: ハラハラ
- 01 ονοματοποιία νιώθω αγωνία, νιώθω νευρικότητα, είμαι σε κατάσταση αναμονής, νιώθω ενθουσιασμό, νιώθω συγκίνηση
- 02 ονοματοποιία πέφτω φτερουγίζοντας, τρέχω σιγά-σιγά (π.χ. δάκρυα)
- 03 ονοματοποιία κρέμομαι ακατάστατα (για μαλλιά), προεξέχω άναρχα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ハラハラする
- Παρόν (ευγενικό)
- ハラハラします
- Άρνηση (απλή)
- ハラハラしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ハラハラしません
- Παρελθόν (απλό)
- ハラハラした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ハラハラしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ハラハラしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ハラハラしませんでした
- Τε-μορφή
- ハラハラして
- Δυνητική
- ハラハラできる
- Προστακτική
- ハラハラしろ
- Βουλητική
- ハラハラしよう
- Υποθετική (ば)
- ハラハラすれば
- Υποθετική (たら)
- ハラハラしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ハラハラしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ハラハラするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ハラハラしなさい
- Παθητική
- ハラハラされる
- Αιτιατική
- ハラハラさせる