ハング
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κρεμάσιμο, ανάρτηση
- 02 πάγωμα, κόλλημα (υπολογιστή)
- 03 συντομογραφία προεξοχή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ハングする
- Παρόν (ευγενικό)
- ハングします
- Άρνηση (απλή)
- ハングしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ハングしません
- Παρελθόν (απλό)
- ハングした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ハングしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ハングしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ハングしませんでした
- Τε-μορφή
- ハングして
- Δυνητική
- ハングできる
- Προστακτική
- ハングしろ
- Βουλητική
- ハングしよう
- Υποθετική (ば)
- ハングすれば
- Υποθετική (たら)
- ハングしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ハングしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ハングするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ハングしなさい
- Παθητική
- ハングされる
- Αιτιατική
- ハングさせる