ハンスト

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντομογραφία απεργία πείνας

Κλίση

Παρόν (απλό)
ハンストする
Παρόν (ευγενικό)
ハンストします
Άρνηση (απλή)
ハンストしない
Άρνηση (ευγενική)
ハンストしません
Παρελθόν (απλό)
ハンストした
Παρελθόν (ευγενικό)
ハンストしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ハンストしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ハンストしませんでした
Τε-μορφή
ハンストして
Δυνητική
ハンストできる
Προστακτική
ハンストしろ
Βουλητική
ハンストしよう
Υποθετική (ば)
ハンストすれば