ハンドリング

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χέρι (παράβαση στο ποδόσφαιρο)
  2. 02 χειρισμός της μπάλας (στο ράγκμπι, το χάντμπολ κ.ά.)
  3. 03 οδική συμπεριφορά (οχήματος)
  4. 04 διαχείριση (κατάστασης, ζητήματος κ.λπ.), διοίκηση (π.χ. ομάδας), αντιμετώπιση, φροντίδα

Κλίση

Παρόν (απλό)
ハンドリングする
Παρόν (ευγενικό)
ハンドリングします
Άρνηση (απλή)
ハンドリングしない
Άρνηση (ευγενική)
ハンドリングしません
Παρελθόν (απλό)
ハンドリングした
Παρελθόν (ευγενικό)
ハンドリングしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ハンドリングしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ハンドリングしませんでした
Τε-μορφή
ハンドリングして
Δυνητική
ハンドリングできる
Προστακτική
ハンドリングしろ
Βουλητική
ハンドリングしよう
Υποθετική (ば)
ハンドリングすれば