ハンドルをにぎ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρατώ το τιμόνι, οδηγώ (αυτοκίνητο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ハンドルを握る
Παρόν (ευγενικό)
ハンドルを握ります
Άρνηση (απλή)
ハンドルを握らない
Άρνηση (ευγενική)
ハンドルを握りません
Παρελθόν (απλό)
ハンドルを握った
Παρελθόν (ευγενικό)
ハンドルを握りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ハンドルを握らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ハンドルを握りませんでした
Τε-μορφή
ハンドルを握って
Δυνητική
ハンドルを握れる
Προστακτική
ハンドルを握れ
Βουλητική
ハンドルを握ろう
Υποθετική (ば)
ハンドルを握れば