バクバク
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία χτυπώ δυνατά (για την καρδιά), σφυροκοπώ, τρέχω
- 02 ονοματοποιία τρώω με όρεξη, καταβροχθίζω, μασουλάω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- バクバクする
- Παρόν (ευγενικό)
- バクバクします
- Άρνηση (απλή)
- バクバクしない
- Άρνηση (ευγενική)
- バクバクしません
- Παρελθόν (απλό)
- バクバクした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- バクバクしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- バクバクしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- バクバクしませんでした
- Τε-μορφή
- バクバクして
- Δυνητική
- バクバクできる
- Προστακτική
- バクバクしろ
- Βουλητική
- バクバクしよう
- Υποθετική (ば)
- バクバクすれば
- Υποθετική (たら)
- バクバクしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- バクバクしたい
- Απαγορευτική (~な)
- バクバクするな
- Προστακτική (ευγενική)
- バクバクしなさい
- Παθητική
- バクバクされる
- Αιτιατική
- バクバクさせる